Αρχισε ο χορος,το βασιλοπουλο τα χερια τους κραταει, τις γλυκοφιλα κι απ'το ενα δωμα στο αλλο τις περναει... Μα ηταν νεραιδες κι οποιος τους μιλησει και φιλι τους παρει μαγικο, λεγανε ολοι πως πριν να ξημερωσει θα γινει κι εκεινος ξωτικο...Τελειωσε ο χορος, σβησαν τα φωτα και σταματησε το γλεντι, και οι αρχοντισσες ζητουν να δουν, να ευχαριστησουν τον αφεντη.... μα οσο κι αν ψαχνουν κι αν φωναζουν, ηχος δεν ακουγιεται σταλια...σε μιαν ακρη της αυλης του, βρηκαν ξωτικο τον βασιλια...!!!

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Το παιχνιδι των συναισθηματων



Μία μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.Η τρέλα, επειδή λυπήθηκε την ανία, πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η περιέργεια που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε: «τι είναι το κρυφτό»; Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την ευφορία και η χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το δίλημμα και την απάθεια να παίξουν κι αυτοί.


Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν : Η αλήθεια δεν
ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.

«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η τρέλα…

Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω απ΄ τον πρώτο βράχο ήταν η τεμπελιά που βαριόταν. Η πίστη πέταξε στους ουρανούς και η ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο. Ο αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε. Ο εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η ρουφιανιά. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το πάθος και ο πόθος κρύφτηκαν μέσα σ΄ ένα ηφαίστειο.
Ο έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
«....1000» μέτρησε η τρέλα και άρχισε να ψάχνει.

Την πρώτη που βρήκε ήταν η τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την πίστη που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό. Ένιωσε το σεισμό του πόθου και του πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το θρίαμβο που θριαμβολογούσε για την κρυψώνα του. Βέβαια, βρήκε πολύ εύκολα το δίλημμα που δεν είχε αποφασίσει ακόμα που να κρυφτεί. Η γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της για να βοηθήσει, οπότε ο αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της. Στο μεταξύ, η ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον εγωισμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.

Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους, εκτός απ΄ τον έρωτα. Η τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα κι απ΄ το θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο έρωτας, που τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς τον είχαν τυφλώσει!

Η τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη… Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του.

Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει ! 

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Η Νεραϊδα Του Νερού Και Ο Τροβαδούρος..


Fairy Lake
blue water pictures
Κάποτε μια νεράϊδα του νερού καθόταν θλιμένη σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα..
Μόλις είχε πεθάνει μια φίλη της γοργόνα γιατί ειχε πέσει στα δίχτυα κάτι ψαράδων...
Η νεραϊδα έκλαιγε πολύ γιατί όταν συνέβη αυτό το γεγονός ήταν μπροστά, ήθελε να σηκώσει κύματα μεγάλα σα βουνά και να πνίξει τους ψαράδες που ήταν ακόμα μέσα στη θάλασσα και ψάρευαν, αλλά δεν της επιτρεπόταν να κάνει κάτι τέτοιο γιατί και το υγρό στοιχείο έχει τους νόμου του..
Έβαζε λοιπόν τα χέρια στο πρόσωπο και συνέχιζε να κλαίει...

Verry sad fairy
sad fairy pictures


Τα δάκρυα όμως των νεράϊδων είναι μαγικά και ανάλογα με τη διάθεσή τους έχουν ανάλογο χρώμα..
Η νεράϊδα δε σταματούσε για μήνες ολόκληρους να κλαίει και τα δάκρυά της από την μαυρη θλίψη ήταν και αυτά μαυρα, και ήταν τοσα πολλά που κυλούσαν στη θάλασσα και την έκαναν και αυτή μαύρη.Από τότε η θάλασσα αυτή ονομάστηκε μαύρη θάλασσα...

Κάποια στιγμή η νεράϊδα μιλησε σε γοργόνες που ήταν αδελφές της φίλης της να εκδικηθούν τους ψαράδες του χωριού που είχαν σκοτώσει την φίλη της...
Αλλά ο νόμος των γοργόνων είναι να μη σκοτώνουν κανέναν και έτσι ήταν σε δίλημμα τι θα ήταν η εκδίκησή τους...
Τελικά αποφάσισαν όλες πως το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να πουν σε όλα τα ψάρια να φύγουν μακριά απ την παραθαλάσια περιοχή του χωριού όπου έμεναν οι ψαράδες...
Ετσι έγινε.Οι ψαράδες που κάποτε όλο καμάρι έλεγαν ότι ειχαν ψαρέψει μια γοργόνα τώρα έκλαιγαν.Το σπιτικό τους εκεί που είχε αγαθά και τρώγαν κάθε μέρα τώρα ήταν φτωχοί σα ζητιάνοι.Κάθε μέρα προσπαθούσαν να ψαρέψουν αλλά τίποτα.
Η εκδίκηση ήταν σκληρή...
Οι ψαράδες κάποια στιγμή κατάλαβαν τι είχε συμβεί...
Πήγαν λοιπόν στη παραλία και γονατιστοί και με παρακάλια άρχισαν να ζητάνε να γίνουν όλα όπως πρώτα
γιατί θα πεθαίναν απ τη πείνα αυτοί και οι οικογένειες τους...
Μια φωνή ακούστηκε μες απ το νερό και είπε "όταν σκοτώθηκε η φίλη μου ήταν ωραία;"
Ήταν η νεράϊδα που είχε μιλήσει, η θλίψη μες την καρδιά της δεν είχε καταλαγιάσει..
Σιγά-σιγά όχι μόνο οι ψαράδες αλλά όλο το χωριο άρχισε να βιώνει τις συνέπειες της εκδίκησης αυτής.
Τώρα όλοι παρακαλούσαν και ζητούσαν να υπαρξουν ψάρια ξάνα στην περιοχή τους...
"Χρειάζομαι ανταλλάγματα μεγάλα για να περάσει ο πόνος" είπε μια φωνη απ τη θάλασσα και εξαφανιστηκε πάλι.
Το χωριο έκανε συμβούλιο γι'αυτη την απαιτητική αλλά αινιγματική φράση..
Ξαναπήγαν στη θάλασσα και ρώτησαν τη νεράϊδα του νερού τι ζητάει για αντάλλαγμα..
"Αληθινή Αγάπη" ήταν τα λόγια..
Η νεράϊδα ζητούσε κάποιον αλλά ποιός θα παντρευόταν μια νεράϊδα; Κανέις δεν
ήθελε...

The Forgotten [Sad Fairy]sad fairy pictures

Και όμως υπήρχε κάποιος..
Ήταν ένας τροβαδούρος που όλοι τον κοροϊδευανε γιατί τραγουδούσε φάλτσα αλλά ήταν πολύ
καλός άνθρωπος...Ο τροβαδούρος αυτός ήταν στην καρδιά ο πιο αγνός άνθρωπος σε όλο το χωριό και είχε ακούσει για τον πόνο της νεράϊδας.Την αγαπούσε πού έκανε τόσα για την φίλη της και ένιωθε πως και αυτός έτσι θα ένιωθε στη θέση της.Ήταν αληθινά ερωτευμένος μαζί της και ήξερε πως ήταν πολύ όμορφη με μακρια μαλλιά και γλυκά χείλη σαν το φως των αστεριών...
Οι συγχωριανοί του βέβαια φοβόντουσαν αλλά αυτός ήξερε πως όταν σε καλεί η αγάπη πρέπει να δίνεσαι...
Για άλλη μια φορά πήγε στη θάλασσα όλο το χωριό και είπε στην νεραϊδα πως υπάρχει κάποιος που δέχεται..
Η ήρεμη θάλασσα αγρίεψε και εντελώς ξαφνικά εμφανίστηκαν ψηλά κύματα και δίνες παντού. .
Ένα κύμα σε σχήμα χεριού άρπαξε τον τροβαδούρο και όλοι έμειναν έκπληκτοι..
Τον κύμα τον τραβηξε στη θάλασσα και ξαφνικά βρέθηκε στην αγκαλιά της νεράϊδας...
Μετά απ αυτό, το χωριό είχε πιο πολλά ψάρια από ποτέ και η νεράϊδα έμαθε στον καλό της να τραγουδάει..
Έτσι οι ναυτικοί ακούνε καμιά φορά μέσα από τα σπλάχνα της μαύρης θαλασσας υπέροχα τραγούδια..
Ξέρουν πως η νεράϊδα του νερού και ο τροβαδούρος ζουν ευτυχισμένοι και πως η αγάπη τους είναι η πιο αληθινή αγάπη που έχει υπάρξει ποτέ!!


Dark Fairy Lake
dark fairy pictures



Ο Θησαυρός Των Αστεριών

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας γέρος ψαράς. Είχε ολόλευκα μαλλιά, μακριά γένια και μουστάκια, και δυο μεγάλα γαλανά μάτια. Φαινόταν τόσο καλός και τα χέρια του άγγιζαν το κάθε τι με τόση τρυφεράδα που έμοιαζε με άγγελο. Ο γέρος αυτός είχε και ένα εγγονάκι, τον Καστανούλη.
Ο Καστανούλης θαύμαζε τον παππού του πάρα πολύ και τον θεωρούσε τον πιο καλό παππού του κόσμου.
Ένα απόγευμα, ο παππούς και ο εγγονός αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα.
Μπήκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν. Σιγά-σιγά βράδιαζε και η νύχτα φαινόταν μαγευτική. Η θάλασσα ήταν ήσυχη.
Ο παππούς τότε είπε: «Απόψε, παιδί μου, δε θα ρίξουμε τα δίχτυα. Είναι κρίμα να στερήσουμε τη ζωή από τα ζώα του βυθού.
Ας αφήσουμε τη βάρκα να μας πάει όπου θέλει».
The sectet of stars
Ξαφνικά, εκεί που κουβέντιαζαν, ο παππούς είδε έναν ασημένιο δρόμο που ξεκινούσε από το φεγγάρι και συνέχιζε στην θάλασσα.
Ο παππούς είπε: «Γιόκα μου, αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης» Η βάρκα μόλις τον άκουσε έστριψε και άρχισε να κινείται πάνω στο δρόμο της αγάπης. Ξαφνικά, ένιωσαν έναν τρίτο άνθρωπο μέσα στη βάρκα. Γύρισαν και είδαν μια όμορφη νεράιδα.
Στα μαλλιά της είχε μια κορδέλα από φύκια, το φόρεμά της έμοιαζε με το ουράνιο τόξο και αντί για παντόφλες φορούσε δυο γυαλιστερά κοχύλια.
Ο γέρο ψαράς την καλωσόρισε και της πρόσφερε ψωμί, τυρί και χταπόδι.
Η νεράιδα όμως του είπε: «Δεν έχουμε καιρό για φαγητό.
Θα ρίξουμε τα δίχτυα σε λίγο αλλά κανένα ζωντανό δεν θα κινδυνεύσει.
Μην ανησυχείτε».

thinking in the night


Συνέχισε λέγοντας ότι ο δρόμος της αγάπης δεν τελειώνει ποτέ όταν ξαφνικά ένα λαμπερό αστέρι έπεσε από τον ουρανό και χάθηκε στη θάλασσα. Η νεράιδα ρώτησε τον Καστανούλη: «Είδες το αστέρι;»
«Ναι», απάντησε ο Καστανούλης.
«Έχω δει πολλά τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι».
«Και ξέρεις που πάνε;», ρώτησε η νεράιδα.
«Πέφτουν»,. Απάντησε ο Καστανούλης. Εκείνη τη στιγμή έφτασαν σε ένα παράξενο μέρος.
Ξαφνικά η βάρκα έγινε μεγάλη, ο παππούς έγινε μεγάλος και τα χέρια του έδειχναν πλασμένα από μετάξι και καλοσύνη.
Η νεράιδα είπε στον παππού να ρίξει τα δίχτυα.
Αντί όμως να ψαρεύουν ψάρια, ψάρευαν λαμπερά αστέρια Η νεράιδα πήρε τα χέρια του παππού και τα φίλησε.
Τους εξήγησε ότι καθένα από αυτά τα αστέρια ήταν κάποτε ένα δάκρυ χαράς ή λύπης. Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να τα δει, ο Θεός αποφάσισε αυτά τα δάκρυα να γίνουν άστρα, να φωτίζουν τον ουρανό και τις όμορφες νύχτες να πέφτουν στη θάλασσα.
Μόνο τα χέρια ενός καλού ανθρώπου μπορούν να τα φέρουν στον κόσμο. Τότε η λύπη τους σβήνει και η χαρά τους λαμποκοπά.
Οι ψυχές των καλών ανθρώπων μπορούν να τα δουν. Είναι ευλογημένα, γι' αυτό όταν οι άνθρωποι τα βλέπουν να πέφτουν και προλάβουν να κάνουν μια ευχή, η ευχή τους θα πραγματοποιηθεί. Αυτά είπε η νεράιδα για τον θησαυρό των αστεριών.
Έπειτα έφυγε και ο Καστανούλης πλησίασε τον παππού του με τη σκέψη ότι θα καταλάβει καλύτερα τα λόγια της νεράιδας όταν μεγαλώσει.
neraidokiklos gr
fantasy fairy baby girl


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Η Μαύρη Νεράιδα










Shaman - Fairy Tale
Κάποτε πριν πολλά χρόνια ζούσε ένα αγόρι τόσο ευαίσθητο και καλόκαρδο που μια μάγισσα θύμωσε τόσο μαζί του που αποφάσισε να του στείλει τη νεράιδα του Σκότους για να το πάρει με το μέρος της.
angel-desi-glitters-88

Μια νύχτα που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, πήγε η Μαύρη νεράιδα στο σπίτι του νέου. Σύρθηκε κρυφά μες τους ίσκιους και τρύπωσε στο δωμάτιό του. Το παλικάρι κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Έβλεπε ένα όμορφο όνειρο και χαμογελούσε.
Η νεράιδα πλησίασε αθόρυβα, κοίταξε το γαλήνιο βλέμμα του και ζήλεψε που ένας θνητός μπορούσε να νοιώθει τόση ηρεμία την ώρα που κοιμόταν. Έβγαλε το μαύρο πουγκί που είχε πάντοτε κάτω από τον μεταξωτό της μανδύα, και του έριξε στο στόμα λίγες σταγόνες. Λίγες σταγόνες από το φίλτρο της Λησμονιάς. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της και έφυγε γελώντας.
Όταν ξύπνησε ο νέος το πρωί, δεν θυμόταν ποιος ήταν. Δεν θυμόταν τι ήταν. Βγήκε στο δρόμο, περιπλανιόταν σαν χαμένος, κοίταζε γύρω του σαν να έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά. Τότε πετάχτηκε μπροστά του η νεράιδα με τα μαύρα, του χαμογέλασε, και το χλωμό της πρόσωπο έλαμψε.
Πόσο όμορφη του φάνηκε!Ψιλόλιγνη και λυγερή με τα μεγάλα της μάτια να κοιτούν κατευθείαν στην ψυχή του. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και το χαμόγελό της θλιμμένο, μα γι αυτόν είχε την λάμψη του Ήλιου.Ήταν το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει ποτέ!
Σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε. Ο κόσμος έβλεπε τον νέο να ακολουθεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα χωρίς να κοιτάει τίποτα άλλο, χωρίς να ρίχνει ένα βλέμμα πουθενά αλλού, παρά μόνο στη μορφή που προχωρούσε εμπρός του κι απορούσε:
"Μα καλά, δεν βλέπει που πηγαίνει; Δεν καταλαβαίνει ότι ακολουθεί τη Μαύρη νεράιδα; Θα τον οδηγήσει στο χαμό του!"
Κανείς όμως δεν του έλεγε τίποτα.Κανείς δεν τον έπιασε από τους ώμους να τον συνεφέρει. Όλοι κοιτούσαν και λυπόνταν. Η ζωή συνεχίζεται, τι κι αν ένας ακόμα νέος έπεφτε στα αδηφάγα χέρια μιας Μαύρης νεράιδας.... Καλό θέμα συζήτησης, μα μέχρι εκεί. Ό,τι δεν μας αγγίζει, δεν μας αφορά. Μέχρι να μας αγγίξει...
Μόνο τότε ασχολούμαστε, μόνο τότε φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε γιατί κανείς δεν είπε κάτι, γιατί κανείς δεν μας ξύπνησε από το λήθαργο... Ο νέος την ακολουθούσε ολόκληρη τη Μέρα. Ο Ήλιος άρχιζε την κάθοδό του κουρασμένος πια, όταν εκείνοι, έφτασαν σε μια λίμνη.
Ήταν μια όμορφη λίμνη γεμάτη με νούφαρα που επέπλεαν επάνω στα πράσινα νερά της. Καλαμιές σκέπαζαν τη μία της πλευρά, και θάμνοι θεόρατοι, την άλλη. Τα δένδρα ήταν ψηλά και έκρυβαν το φως του Ήλιου. Η υγρασία δημιουργούσε καπνό που αναδυόταν αργά προς τον ουρανό. Φωνές πουλιών και πετάγματα εντόμων δεν ακούγονταν πουθενά. Μια απίστευτη ησυχία πλανίοταν γύρω.
Εκεί σταμάτησε η νεράιδα.Γύρισε τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και του έγνεψε να πλησιάσει. Σαν να ξύπνησε από το λήθαργο ο νέος, κοίταξε τρομαγμένος γύρω του.
"-Που είμαι;" ψέλλισε.
-"Εδώ μαζί μου..." του είπε η νεράιδα. "Εδώ είναι το σπίτι σου, μαζί μου."
Πέταξε το μανδύα και του έπιασε το χέρι.
"-Έλα, έλα να βουτήξουμε στο νερό. Είναι δροσερά και όμορφα."
Θαμπώθηκε από την ομορφιά του κορμιού της. Ήταν σφιχτό και γεμάτο καμπύλες. Την ακολούθησε υπνωτισμένος. Βούτηξαν στα νερά κι άρχισαν να παίζουν. Έρχονταν όλο και πιο κοντά, οι ανάσες μπερδεύονταν, λαχάνιαζαν. Τα χάδια τους έγιναν πιο τρυφερά.
Fairy Love
love romance couple pictures


Η καρδιά του νέου άρχισε να χτυπά δυνατά.
-"Πόσο τυχερός είμαι...." σκέφτηκε. Αλήθεια, πόσο μεγάλη τύχη ήταν να γνωρίσω ξαφνικά μια τόσο όμορφη γυναίκα....!"
Οι μέρες κυλούσαν με χάδια και φιλιά. Ο νέος ένοιωθε ευτυχισμένος εκεί. Μέσα στο συνεχές μισοσκόταδο ανακάλυπτε πράγματα που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο καιρός όμως περνούσε, και η νεράιδα άρχισε να δυσανασχετεί. Δεν τον άφηνε πλέον να την αγγίζει όπως πριν.Δεν τον άγγιζε ποτέ. Δεν τον φώναζε κοντά της. Καθόταν μόνη σε ένα βραχάκι, και χανόταν μέσα στις σκέψεις της.
purple forest fairy
purple fantasy fairy pictures



Τότε εμφανίστηκε η μάγισσα. Ήρθε ξαφνικά μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο. Κάτι είπε στη νεράιδα και αυτή τον κοίταξε με βλέμμα λυπημένο. Ανέβηκε στο σύννεφο και πέταξε μακριά μαζί της.
Ο νέος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε. Τι είχε κάνει;
"Δεν μπορεί, θα ξαναγυρίσει... Δεν μπορεί να φύγει έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη..." Περίμενε εκεί....
Περνούσαν οι εβδομάδες και ο νέος έστεκε πάντα δίπλα στη λίμνη. Οι μέρες έσερναν τις ώρες τους αργά, βασανιστικά. Κοιτούσε πάντοτε ψηλά, στον ουρανό. Κάθε φορά που έβλεπε ένα μαύρο σύννεφο να πλησιάζει σπρωγμένο από τον άνεμο, αναθαρρούσε.
Η καρδιά του πετάριζε. Περίμενε το σύννεφο να φέρει τη νεράιδά του πίσω. Εκείνο έφερνε όμως μόνο βροχή. Η νεράιδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.Καθόταν στην άκρη της λίμνης και αναρωτιόταν
"Γιατί;"
  Καμία απάντηση από πουθενά... Η μάγισσα μόνο πέρναγε καβάλα στο σύννεφό της και γέλαγε χαιρέκακα.
-"Τώρα να σε δω θνητέ, που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου.... Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Έτσι είναι πάντα... Έτσι θα γίνεται πάντα... Όλοι σας χρειάζεστε μια πλάνη, μία σκιά να βαραίνει τα μάτια για να καταλάβετε, να σταματήσετε να είστε ευτυχισμένοι".
Μήνες ολόκληρους τον κοίταζε και γελούσε. Τον έβλεπε να μαραζώνει και η καρδιά της ευφραινόταν. Μέχρι που κάποια στιγμή πέρασε πάνω από τη λίμνη η μάγισσα με το λευκό σύννεφο. Είδε ο νέος το σύννεφο που κατέβαινε και άρχισε να τρέχει προς τα εκεί.
Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά και το πρόσωπό του έλαμψε. Όμως στο σύννεφο ήταν μόνο μια μάγισσα που το κοίταζε με λύπη.
"-Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου; Ποιος είσαι;"
"-Εγώ περιμένω την αγαπημένη μου να έρθει πάλι στη λίμνη μας. Την ξέρεις; Φοράει ένα μαύρο μανδύα και είναι πολύ όμορφη. Έχει ένα θλιμμένο χαμόγελο... Έφυγε μια μέρα με ένα μαύρο σύννεφο και δεν ξαναγύρισε."
Η μάγισσα κατάλαβε..
-"Έλα" του είπε... "Έλα να σου πω...."
-"Τι μπορείς να μου πεις εσύ μάγισσα; Που είναι η αγαπημένη μου;"
-"Έλα να σου δείξω."
Ανέβηκε ο νέος στο σύννεφο και πέταξε μαζί με τη μάγισσα πάνω από βουνά και πεδιάδες. Έφτασαν σε ένα δάσος σκοτεινό όσο και η λίμνη του. Εκεί υπήρχαν δύο σκιές που πήδαγαν από βράχο σε βράχο. Γέλια αντηχούσαν και κραυγές. Αναγνώρισε τη φωνή της...Μα που ήταν; Τι έκανε εκεί;"-Γιατί;;;" ρώτησε τη μάγισσα.
-"Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει για πάντα. Δεν χωράει καλοσύνη και γαλήνη μέσα του. Πρέπει να υπάρχουν σκιές παντού."
-"Γιατί όμως; Ποιον πειράζει αν όλα είναι φωτεινά; Αν υπάρχει παντού χαρά και αγάπη;"fantasy 

Η μάγισσα δεν του απάντησε. Τον κοίταξε μόνο και κούνησε το κεφάλι της.
-"Δεν κατάλαβες ακόμα; Ακόμα δεν μπορείς να καταλάβεις ότι τα ωραία πράγματα πρέπει να κρατούν για λίγο; Τι θα ήταν η ζωή σας αν παντού βασίλευε η ευτυχία; Ποιος θα μπορούσε να αντέξει αν όλα ήταν γύρω του όμορφα και εύκολα; Πως θα μπορούσες να κοιμηθείς, να ονειρευτείς εάν όλα είναι λουσμένα στο φως; Πως θα μπορούσες να νοιώσεις την χαρά της ηρεμίας αν ήσουν πάντα ήρεμος";
"Βλέπεις παλικάρι μου, ακόμα κι ο Ήλιος, δύει τη μισή μέρα. Παραχωρεί το θρόνο του στο βασίλειο των Σκιών. Μέσα εκεί ζει ο Έρωτας. Το υπέρτατο συναίσθημα ανήκει στη Νύχτα. Ανήκει στις Σκιές."
Ο νέος κατάλαβε.
-"Όλα είναι μία αντίφαση. Η ευτυχία είναι ένα Όνειρο που κρατάει για λίγο. Είναι μια Στιγμή που τη ζούμε για να μας λείψει. Τότε καταλαβαίνουμε την αξία της. Τότε νοιώθουμε."
-"Έλα πάμε πάλι πίσω. Εκεί στην πόλη από όπου ξεκίνησες. Τώρα ξέρεις. Τώρα μπορείς να ζήσεις κι εσύ σαν Άνθρωπος.
-"Ναι, τώρα πόνεσα. Έμαθα. "
-"Όχι ακόμα. Αλλά τώρα, μπορεί να μάθεις κάποτε." ... είπε η μάγισσα και γύρισε το σύννεφο πάλι στον ουρανό.
Η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Ένα ουράνιο τόξο σημάδευε το τέλος της μπόρας κάπου μακριά. Ο Ήλιος κόκκινος, σκορπούσε το φως του παντού. Μια ακτίνα ζέστανε το πρόσωπο του νέου. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε τη νεράιδά του.
Τι κι αν ήταν Μαύρη; Ήταν δικιά του, έστω και για μία στιγμή...
-"Σε ευχαριστώ Μαύρη νεράιδα" φώναξε. "Σε ευχαριστώ που με έμαθες να νοιώθω. Με έμαθες ότι όλα είναι περαστικά."
-"Πάμε... Ο κόσμος είναι γεμάτος νεράιδες. Ήρθε η ώρα να ψάξεις τη Λευκή νεράιδα. Είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει" ....



πηγη: paramythimythiko.gr

H νεράιδα του φεγγαριού


Fantasy
Η Καλλιόπη έτριψε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της νυσταγμένα. Ένιωσε πάλι το χάδι του μεταξένιου φτερού στο χέρι της κι άκουσε τα φτερουγίσματα γύρω της.
Σηκώθηκε νωχελικά και κοίταξε έξω. Ένιωσε το δροσερό βραδινό αέρα του δάσους και μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων είδε το λαμπερό φεγγάρι στον ουρανό. Κατσούφιασε και χτύπησε θυμωμένα το γυμνό πόδι της στο έδαφος.
Τελευταία μέρα σήμερα. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον βρει. Αν δεν τα κατάφερνε θα έχανε τα φτερά της για πάντα. Θα έχανε τις μεταξένιες φίλες της και την ικανότητα να μιλάει με τα λουλούδια και τα ζώα. Μα, που είχαν πάει όλες; Πριν από λίγο ήταν σίγουρη πως ήταν εκεί. Ξαναχτύπησε ανυπόμονα το πόδι της στο έδαφος. Άκουσε τα κρυφοφτερουγίσματα πίσω από το δέντρο και χαμογέλασε πονηρά Άρχισε να χτυπάει ρυθμικά και τα δυο της πόδια και έκανε μια στροφή γελώντας. Κι ενώ χόρευε, γύρω της άρχισαν να πετάνε πολύχρωμες πεταλούδες, ακολουθώντας το ρυθμό με τα φτερουγίσματά τους.
Σταμάτησε το χορό και κράτησε τα χέρια της απλωμένα, περιμένοντας μέχρι να κάτσει κι η τελευταία πεταλούδα. Τις μάλωσε τρυφερά για την αργοπορία τους. «Ξέρετε καλά πως πλησιάζουν τα γενέθλιά μου. Σε λίγες μέρες θα έχω γίνει 280 νυχτών. Κι ο νόμος λέει πως πρέπει να έχω βρει τον Έρωτα πριν περάσουν 10 φεγγάρια από την γέννησή μου, ειδάλλως θα γίνω άνθρωπος Σήμερα που έχει πανσέληνο είναι η πιο κατάλληλη βραδιά για να τον ψάξω. Πρέπει να με βοηθήσετε πριν να είναι αργά».
Οι πεταλούδες έτρεξαν να φτιάξουν το άρμα για την μεταφορά της. Πήραν ένα μεγάλο φύλλο και αραχνονήματα, που έδεσαν σφιχτά γύρω τους. Η νεραϊδούλα έκατσε στο φύλλο και τους έκανε νόημα να ξεκινήσουν. Πέταξαν ψηλά, πάνω από τα δάσος με το φως τους φεγγαριού να τους συντροφεύει. Η Καλλιόπη κοιτούσε συνέχεια κάτω στην γη, προσπαθώντας να διακρίνει τον εκλεκτό της καρδιάς της. Ήξερε πως θα τον αναγνώριζε όχι από την όψη του, αλλά από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού που θα καθόταν πάνω του
Τριγυρνούσαν ώρα πολύ κι είχαν αρχίσει να κουράζονται όταν ξαφνικά είδε την ασημένια λάμψη. Έπεφτε πάνω σ’ έναν άντρα, που διέσχιζε με την μηχανή του το δάσος, ενώ ένας αετός πετούσε από πάνω του χωρίς να τον αφήνει στιγμή από τα μάτια του. Γύρισε χαρούμενη στις κουρασμένες πεταλούδες και τις παρακάλεσε να ακολουθήσουν τον άντρα , ενώ συλλογιζόταν «Ένας άνθρωπος, τι περίεργο! Αλλά το φεγγάρι δεν κάνει ποτέ λάθος! Πρέπει να προλάβω να του μιλήσω».
Έφυγαν από το δάσος και κατευθύνθηκαν προς την πόλη. Το φως του φεγγαριού άρχισε να χλομιάζει και η λάμψη των τεχνητών φώτων την ενόχλησε, αλλά δεν σταμάτησε να προτρέπει τις πεταλούδες να συνεχίσουν το κυνηγητό. Κάποτε η μηχανή σταμάτησε έξω από ένα σκοτεινό μπαρ κι ο οδηγός της μπήκε μέσα. Ο αετός κάθισε πάνω στην μηχανή κοιτώντας απειλητικά γύρω του και το άρμα της νεραϊδούλας σταμάτησε πλάι του.
Η Καλλιόπη μπήκε απαρατήρητη στο μπαρ. Είδε τον άντρα να κάθεται μόνος του στο μπαρ σκεφτικός και προσγειώθηκε δίπλα του. Άρχισε να του μιλάει για τον έρωτα και για το φεγγαροταξίδι της ψυχής, μόλις τον ανταμώσεις. Για τα αστέρια που κατεβαίνουν στη γη, όταν τον αγκαλιάσεις. Για τις μεταξένιες πεταλούδες , που πετάνε γύρω σου μόλις τον φιλήσεις. Για το ασήμι του φεγγαριού , που σε σκεπάζει την νύχτα που του δίνεσαι. «Έλα, δώσε μου το χέρι σου, να πετάξουμε παρέα» του είπε «κι όλα αυτά θα γίνουν δικά σου. Όπως κι εγώ».
Ο άντρας έστρεψε το σκοτεινό βλέμμα του προς την νεραϊδούλα και απάντησε «Δεν μου αρέσει να πετάω, αλλά να πατάω σταθερά στην γη. Δεν θέλω τον έρωτα που χαρίζεται, αλλά σ’ αυτόν που μόνος μου κερδίζω. Δεν πιστεύω στα παραμύθια, αλλά στην ζωή. Δεν ονειρεύομαι ποτέ , γι’ αυτό για μένα εσύ δεν υπάρχεις». Δεν γύρισε ξανά να την κοιτάξει όσο κι αν προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή. Απελπισμένη βγήκε έξω κι έψαξε να βρει τις φίλες της.
Δεν βρήκε ίχνος από τις πεταλούδες και το άρμα της. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να υποχωρεί και η καινούρια μέρα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Τρομοκρατημένη πέταξε ψηλά και μπήκε στο πρώτο ανοιχτό παράθυρο, που βρήκε ανοιχτό. Κοίταξε το δωμάτιο γύρω της κι είδε στο κρεβάτι μπροστά της μία γυναίκα , που κοιμόταν ακόμα. Τρύπωσε στα γρήγορα κάτω από τα σεντόνια κι έκλεισε τα μάτια της.
Η εικοσάχρονη Βασιλική σηκώθηκε μόλις άκουσε το ξυπνητήρι, πράγμα που σπάνια συνέβαινε. Αν και είχε κοιμηθεί λίγες μόλις ώρες , αισθανόταν ξεκούραστη και φρέσκια και αν και σπάνιο για εκείνες τις μέρες, κεφάτη. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα για να πάει στην σχολή , νιώθοντας ανάλαφρη , σαν να πετούσε. Ευχήθηκε μέσα της να κρατούσε η μαγεία και βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Κατέβηκε από το λεωφορείο και πριν να κάνει δυο βήματα , τον είδε μπροστά της. Ο Μάρκος καθόταν πάνω στην μηχανή του και μιλούσε στο κινητό. Ποτέ δεν είχε βρει το θάρρος να του μιλήσει ή να τον πλησιάσει με οποιονδήποτε τρόπο, αν και συχνά βρισκόταν στον ίδιο χώρο. Ένιωθε τα γόνατά της να κόβονται κάθε φορά που τον συναντούσε κι το στόμα της ανοιγόκλεισε σαν ψαριού χωρίς να κατορθώσει να πει κουβέντα.
«Καλημέρα, Μάρκο. Τι κάνεις;». Ο ήχος της φωνής της ξάφνιασε και την ίδια. Θέλησε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη για να κρύψει το κοκκίνισμά της, αλλά ο Μάρκος γύρισε και της χαμογέλασε. Έκλεισε το κινητό και της απάντησε «Καλημέρα, Βασιλική. Τι θα έλεγες για ένα καφεδάκι;». Πριν προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασμα κι απαντήσει ένιωσε δίπλα της ένα φτερούγισμα κι αναπήδησε ξαφνιασμένη. Μια πολύχρωμη πεταλούδα έκατσε στον ώμο της, κι ύστερα ακόμα μία, κι άκουγε γύρω της συνέχεια φτερουγίσματα.
Ο Μάρκος άπλωσε το χέρι του κι έπιασε την μία πεταλούδα από τα φτερά. Την κράτησε σφιχτά σαν να την τιμωρούσε , ενώ της έλεγε πως δεν έχει τίποτα να φοβάται. Βρέθηκε κοντά του χωρίς να το καταλάβει. Τον κοίταξε θυμωμένη και του χτύπησε το χέρι δυνατά. «Είσαι άξεστος και αναίτια σκληρός. Της έσπασες τα φτερά. Δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Θα μείνει καρφωμένη στην γη μέχρι να ξεψυχήσει. Το ίδιο εύχομαι και για σένα».
Κι ενώ το χαμόγελο διαδέχτηκαν τα σφιγμένα χείλη κι η σκοτεινή ματιά του Μάρκου, πρόσεξε τον αετό που καθόταν στην μηχανή του σαν συνοδηγός. Την κοίταξε κι αυτός και πέταξε ψηλά σκεπάζοντας για μια στιγμή τον ήλιο. Η Βασιλική άκουσε μια ψιλή φωνούλα , δίπλα στο δεξί της αυτί, που είπε «Μα τι χαζή που ήμουν! Φυσικά και είναι ο αετός!» κι είδε πως στον δεξί της ώμο καθόταν αντί για πεταλούδα, μία μικρή νεράιδα.
Η Καλλιόπη πανευτυχής άπλωσε τα φτερά της και άρχισε να πετάει ψηλά. Ο αετός την περίμενε κάνοντας κύκλους γύρω από την Βασιλική, ώστε να είναι συνέχεια στην σκιά του. Όταν έφτασε κοντά του, τον αγκάλιασε κι άρχισε να του μιλάει . Σύντομα τους έχασαν από τα μάτια τους.
Όταν ο Μάρκος γύρισε να κοιτάξει την Βασιλική, είδε πως έφευγε με βήμα αργό και μια αυτοπεποίθηση, που δεν είχε λίγη ώρα πριν. Δεν μίλησαν ποτέ όσες φορές τυχαία συναντηθήκαν . Ο αετός δεν ξαναγύρισε. Την Καλλιόπη έτσι κι αλλιώς δεν την είχε δει ποτέ του…

πηγη: message in a bottle




Η νεράιδα της λίμνης

Angel in dark Forest



The Sins Of Thy Beloved - Lake Of Sorrow - 05 - Until The Dark

Η ομίχλη ξαστέρωσε τον ήχο της άρπας και ολόιδιο πέπλο απλώθηκε η σιωπή, στην υγράδας της λίμνης.

Κατάξανθη και με ουρανί μάτια ξεπρόβαλε κάθε βραδιά με πανσέληνο και τραβούσε ίσα στη λιμνούλα.
Ερωτοαγκυστρωμένη νύχτα, πώς καταλάγιασες στη ψυχή μου, με μια χούφτα νυχτολούλουδα;
Πώς νυχτοκαρτερέθηκε μια μελανιά, στη νότα, που καταγράφηκε η χαρά της νιότης.
Ξαστέρωσαν της λίμνης τα φεγγάρια και μπήκαν επιβάτες στης άρπας τη χορδή.
Τρύγαγε την απρόσιτη μελαγχολία της μέσα από ένα ματσάκι νυχτολούλουδα και αράδιαζε στον κατήφορο όλο το αλαφροΐσκιωτο παράστημά της, σημάδι ζωής και παραζωής αντάμα, ιστορώντας την μια μονάχα παραφωνία της ζήσης.
Πνοή στο μεγάλο λήθαργο που αρμένιζε η νύχτα, με τα κάτασπρα πέπλα της να σέρνονται κατά γης, σεργιάνιζε σταπόσκια και ψαχούλευε στα νούφαρα της λίμνης για κανα-δυο παραπλανημένες στροφές. Δείγματα σπονδών στον υπέρτατο νόμο, που λέει εμένα ιχνηλάτη δυναμικών απαιτήσεων και με ορίζει απόμαχο των μεγάλων σκέψεων και βάζει εσένα στο θρόνο των αλλοπαρμένων και των δυσνόητων στροφών .
Θα σε πάρω αντάμωμα, άβατων σπηλαίων και θα σε πω δικό μου, καταδικό μου συναπάντημα, θα σε λουστώ στο αμόλυντο της εαρινής νυχτωδίας και θα γίνω το δικό σου εγώ, σε μια παραφωνία του όλου σκηνικού.
Φώτιζαν το φεγγάρι κάθε που πρόβαλλαν τα καταγάλανα άστρα, την ίδια κάθε φορά ώρα. Περπάταγε ξυπόλυτη με τα λιτά της μαλλιά ίσα με τη μέση ριγμένα, να λάμπουν το φως των αστεριών και να ξελογιάζουν την αρμονία της νύχτας.Die Elfe am See



Έλυνε την πόρπη, άφηνε το λευκό φορεμά της να τρυγήσει τη γη και εξάγνιζε την αθωότητα στα νερά της λίμνης παίζοντας κρυφτό με μια χούφτα αστέρια που ξεμάκρυναν από τον θόλο και στήσανε το χορό σε ρυθμούς αέναης σπονδής.
Γδυμνό και μελαγχολικό στέριωνε το κορμί της στην νυχτερινή ηρεμία και σταύρωνε τη νύχτα που ξελογιάζει αμαρτίες.

Την απαντούσαν εκεί στης νύχτας τη σιγαλιά και την προσπέρναγαν σαν να μην υπάρχει, γράφοντας έτσι το μύθο να μείνει αθάνατος, σε κάτι καιρούς που η ιστορία θέλει να σκαρφαλώνει σε ακροκέραμα.
Παλιό αερικό την ονόμαζαν και λέγανε το συναπάντημά της μεγάλη τύχη, εκεί στη μέση της έναστρης νύχτας, να ερωτοτροπεί με το γίηνα και τα απόκοσμα ξωτικά.
Νεράιδα της λίμνης το παράστημά της, σωστή οπτασία το ξαγνάντεμά της στη μέση του δάσους τις νύχτες με πανσέληνο, ναρμενίζει στην γυαλάδα της αντανάκλασης, σε μια μυσταγωγία μύησης, μόνο για τυχερούς.
Ποτέ δεν την αντάμωσε το φως του ήλιου και δεν ακούστηκε ποτέ η μιλιά της, χρόνια τώρα, παρά την στράτευαν οι νύχτες να καρτεράει τον καλό της μέσα στο θολωμένο της μυαλό.
Λένε και κανείς δεν το διαψεύδει, πώς κοριτσάκι πράμα την ξελόγιασε κάποιος και έραψε το νυφικό της και ετοίμασε το κρεβάτι του γάμου και στόλισε με γασεμιά τα μαλλιά της και….
Ανακοπή το είπανε, το μισεμό του παλικαριού και απόμεινε με το νυφικό να καρτεράει τις νύχτες με πανσέληνο εκεί στη λιμνούλα του δάσους, την απόλυτη συντριβή της.
Δεν βγήκε ποτέ από το μικρό της καμαράκι, ούτε ακούστηκε ποτέ ο θρήνος της, μόνο τις νύχτες αμίλητη ξεπόρτιζε και τράβαγε ίσα με την θέαση της απελπισίας της.
Μαραζωμένοι με τον καημό της έφυγαν οι δικοί της, μη αντέχοντας το μοναχοπαίδι τους, να τραβήξει για το Γολγοθά μοναχό του και αμίλητο.

Έτσι γράφτηκε η ιστορία και μακάριοι οι τυχεροί που την αντάμωσαν.
Όλοι την είπαν νεράιδα της λίμνης, εμείς ας υποκλιθούμε στο μεγαλείο της αγάπης.

body { background-color:#B38481; background-image: url(http://i232.photobucket.com/albums/ee281/GabstersMom/Angels/catchafallingstar.gif); background-repeat: no-repeat; background-position: center center; background-attachment: fixed;